*-*

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Η ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Την κτηνοτροφία εξ αρχής πρέπει να τη διακρίνουμε στην καθαρά επαγγελματική και στην οικιακή. Με την οικιακή κτηνοτροφία ασχολούνταν όλες σχεδόν οι οικογένειες μέχρι το 1960 περίπου.
                Σ’ όλα τα σπίτια υπήρχαν τα ζώα-εργάτες για τις καλλιέργειες και τις μεταφορές, και αυτά που κάλυπταν τις βασικές ανάγκες διατροφής. Στις μέρες μας σπάνια θα συναντήσει κανείς οικογένειες με τα γνώριμα στα παλιά χρόνια κατοικίδια.
                Ο απασχολούμενος συστηματικά με τη βόσκηση προβάτων και γιδιών λεγότανε τσοπάνης. Η βόσκηση γινότανε όλο το χρόνο. Από νωρίς το πρωί, το χάραγμα, μέχρι το σούρουπο. Ο τσοπάνης τις νύχτες έμενε συνήθως στο σπίτι του. Τα

πρόβατα ή τα γίδια τα 'κλεινε στο "γαλάρι". Το γαλάρι ήτανε μάντρα σκεπασμένη ή σπηλιάκι με τοίχο στη μπροστινή μεριά. Τα περισσότερα κοπάδια είχανε σκυλί. Πολλές φορές το καλοκαίρι ο ίδιος ο τσοπάνης φύλαγε τα πρόβατα ή τα γίδια τις νύχτες για να μην τα φάνε οι λύκοι, ή άλλα αγρίμια. Τον χειμώνα τα πήγαινε σε καλές βοσκές. Τις πολύ κρύες ημέρες τα κράταγε στο μαντρί ή στο γαλάρι και τα τάιζε με σανό, τριφύλλι ή βίκο.
               

Τα βοσκοτόπια διέθεταν πλούσια νομή για το διάστημα από τον Οκτώβριο μέχρι τον Αύγουστο. Την περίοδο του καλοκαιριού όμως οι κτηνοτρόφοι με τα κοπάδια τους έπαιρναν το δρόμο για τα χειμαδιά.

                Οι κτηνοτρόφοι είχαν τα μαντριά τους. Τα κατασκεύαζαν με ξύλα μόνο και κλαδιά από λαδανιά και σουσούρες τα οποία σκέπαζαν με κλαδιά πεύκου, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται αδιαπέραστα από τη βροχή και τον αέρα.
                Χωρίς να είναι δυνατό να υπολογίσουμε τον ακριβή αριθμό των γιδοπροβάτων, μπορούμε να πούμε ωστόσο ότι, αν και οι κτηνοτροφικές οικογένειες ήταν σχετικά λίγες, ο αριθμός των γιδοπροβάτων τους υπήρξε κατά καιρούς τεράστιος.

                Τα μεγάλα όμως κοπάδια απαιτούσαν εξαντλητική δουλειά νύχτα-μέρα και συνεχείς μετακινήσεις. Γι’ αυτό οι κτηνοτρόφοι εποχιακά απασχολούσαν “στιχτάδες”, που ήταν απαραίτητοι κυρίως για τις καλοκαιρινές μετακινήσεις των κοπαδιών, για το άρμεγμα και για τις γέννες. Χαρακτηριστικά, το άρμεγμα, που άρχιζε την Άνοιξη (ίσως και από τον Φλεβάρη) όταν πουλάγανε τα αρνιά και περίσσευε το γάλα, ξεκινούσε με τη δύση του ήλιου, τελείωνε τα μεσάνυχτα και το πρωί πάλι άρχιζε από τα βαθιά χαράματα.
               

Το γάλα το άρμεγαν μέσα σε ξύλινα καρδάρια που χωρούσαν δώδεκα οκάδες και το συγκέντρωναν σε καζάνια των εκατό οκάδων ή και μεγαλύτερα. Η μαγιά όταν έπαιρνε κόκκινο χρώμα ήταν έτοιμη για χρήση. Για να τυροκομήσουνε βράζανε το γάλα ώσπου να γίνει χλιαρό. Τότε ρίχνανε την πιτέα (πυτιά) που έπαιρναν από το στομάχι των μικρών κατσικιών, την οποία αλάτιζαν και την έβαζαν στον ήλιο για να βράσει. Το σκεπάζανε αρκετή ώρα στο χαρανί (καζάνι) για να πήξει. Μετά το βάζανε σε τρυπητά πανιά (τσαντίλες) για να στραγγίξει. Με διαφορετική κατεργασία βγάζανε τη μυζήθρα, το βούτυρο, το ξινόγαλο κ.λ.π. Το έτοιμο τυρί το βάνανε σε ασκιά με άλμη (αλατόνερο) για αυτό λεγότανε τουλουμοτύρι και τουλουμίσιο από το "τουλούμι" που σημαίνει ασκί. Το φυλάγανε όμως και σε πιθάρια, λαγήνες και τενεκέδες, πάλι βουτηγμένο σε αλατόνερο.
                Το τυρί και το μαλλί οι κτηνοτρόφοι το αντιπραγματεύονταν στο χωριό με γεωργικά συνήθως προϊόντα, κυρίως σιτάρι, λάδι, μέλι, κρασί γιατί οι ίδιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με καμιά άλλη δουλειά. Με το μαλλί των προβάτων οι νοικοκυρές γέμιζαν στρώματα και μαξιλάρια, κατασκεύαζαν ρούχα και σκεπάσματα και με το μαλλί των κατσικιών κατασκεύαζαν σαΐσματα, τροβάδες, τσουπιά, δισάκια. Επίσης, οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι κατασκεύαζαν βαριά ρούχα που ήταν απαραίτητα για την φύλαξη των κοπαδιών κατά την περίοδο του χειμώνα, όπως η γούνα με κουκούλα, φτιαγμένη με δέρματα τραγιών ή προβάτων κατάλληλα επεξεργασμένα, τα ταλαγάνια που ήταν μάλλινα παλτά και τα ύφαιναν στον αργαλειό με χοντρά μάλλινα στημόνια και υφάδια, το μαλλιότο και άλλα. Την γκλίτσα, απαραίτητο εργαλείο για το σαλάισμα των κοπαδιών, την έφτιαχναν συνήθως από σφενδάνη ή οξιά.
             

   Κάθε γεωργική-μελισσοκομική οικογένεια έπρεπε να διαθέτει απαραίτητα οκτώ με δέκα ζώα-εργάτες για τα πολλά οργώματα των χωραφιών, τις συνεχείς μετακινήσεις των μελλισοσμηνών σε πολύ μακρινά μέρη και τις πολλές άλλες αγροτικές εργασίες. Τα ζώα αυτά οι νοικοκυραίοι τα στάβλιζαν σε καλύβες ή στα κατάλληλα διαμορφωμένα κατώγια των σπιτιών. Κατά την περίοδο του οργώματος και της σποράς, κυρίως τα βόδια, τα στάβλιζαν σε καλύβες που υπήρχαν σε διάφορες τοποθεσίες γύρω από το χωριό, για να αποφεύγονται οι καθημερινές μετακινήσεις.
Εκτός από τα ζώα-εργάτες κάθε οικογένεια διέθετε απαραίτητα ορισμένο αριθμό κατοικίδιων ζώων (κατσίκες, κότες, γουρούνια κλπ.) που όλα μαζί κάλυπταν σε μεγάλο βαθμό τις βασικές ανάγκες διατροφής. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι τα προϊόντα της οικόσιτης κτηνοτροφίας μαζί με αυτά της γεωργικής παραγωγής, κάλυπταν σχεδόν ολόκληρο το φάσμα των αναγκών διατροφής και ένδυσης κάθε αγροτικής οικογένειας.
                Χαρακτηριστικές ήταν και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων της εποχής για τις σχέσεις τους με τα ζώα. Οι παλιοί αγαπούσαν και σέβονταν τα ζώα τους, κυρίως εκείνα που τους πρόσφεραν εργασία, με ξεχωριστό τρόπο. Χαρακτηριστικά, όταν περνούσαν τα βόδια από το παζάρι του χωριού πηγαίνοντας προς τη βρύση, όλοι όσοι κάθονταν στα καφενεία, σηκώνονταν όρθιοι και παρέμεναν όρθιοι μέχρι να προσπεράσουν δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο τον σεβασμό τους. Κι όταν τα ζώα αυτά μεγάλωναν και δεν ήταν σε θέση να δουλεύουν δεν τα έσφαζαν, αλλά τα περιέθαλπαν μέχρι να πεθάνουν από φυσικό θάνατο.
Κι αυτό γιατί θεωρούσαν μεγάλη ασέβεια να σκοτώνουν τα ζώα με τα οποία εργάζονταν για πολλά χρόνια μαζί. Η καθημερινή συνύπαρξη του ανθρώπου με τα ζώα για πολλά χρόνια στον μόχθο της δουλειάς, δημιουργούσε σχέση σεβασμού και εκτίμησης, που στις μέρες μας πιθανόν να φαντάζει υπερβολική και παράλογη. Από τα πεθαμένα αυτά ζώα έπαιρναν μόνο το δέρμα με το οποίο κατασκεύαζαν διάφορα δερμάτινα είδη (παπούτσια, ζυγολουριά κλπ.).
             
   Η κτηνοτροφία άρχισε να εγκαταλείπεται από την περίοδο που τα ζεύγη βοών και τα μουλάρια αντικαταστάθηκαν από τα μηχανοκίνητα μέσα καλλιέργειας και μεταφοράς. Στις μέρες μας υπάρχουν λίγα μόνο μικρά κοπάδια με γιδοπρόβατα και βόδια, ενώ τα μέσα καλλιέργειας της παλιάς εποχής δεν υπάρχουν, ούτε σχεδόν σαν μουσειακά στοιχεία. 

 πηγη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια