*-*

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Ο σταυρός στήν ζωή τού χριστιανού.

 Ο Σταυρός αποτελεί την ύψιστη «καταγγελία» της αγάπης του Θεού προς τους ανθρώπους.
Ο  Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε για τον τρόπο που κάνουμε τον Σταυρό μας: «Όταν ενώνεις τα τρία δάκτυλα για να κάνεις τον Σταυρό, ομολογείς ότι ο Θεός είναι Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Όταν φέρεις τα τρία δάκτυλα ψηλά στο μέτωπο και το ακουμπάς, ομολογείς πως ο Χριστός ήταν ψηλά, είναι Θεός, κάθεται στο θρόνο του Ουρανού. Όταν κατεβάζεις τα τρία δάκτυλα χαμηλά, ομολογείς πως ο Χριστός άφησε το θρόνο του Ουρανού, κατέβηκε κάτω χαμηλά και φόρεσε σάρκα ανθρώπινη. Όταν φέρεις τα τρία δάκτυλα στον δεξιό ώμο, ομολογείς την ύπαρξη του Παραδείσου και παρακαλείς τον Θεό να σε βάλει εκεί, στα δεξιά Του με τους δικαίους. Όταν φέρεις τα τρία δάκτυλα στον αριστερό ώμο, ομολογείς την ύπαρξη της αιώνιας κόλασης και παρακαλείς τον Θεό να μη σε βάλει εκεί με τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Και όταν, τέλος, όλη την παλάμη τη φέρεις στο στήθος, δηλώνεις την άπειρη ευχαριστία σου για τα αγαθά που Εκείνος σου προσφέρει».
Θα μπορούσαμε όμως τώρα να αναρωτηθούμε με ειλικρίνεια: Κάνουμε τον σταυρό μας; Κι ακόμη κάνουμε τον σταυρό μας όταν πρέπει και όπως πρέπει; Ο χριστιανός, που αναπνέει καθημερινά την ευωδία της παρουσίας του Χριστού, σε πολλές στιγμές της ζωής του αισθάνεται ο ίδιος την ανάγκη να σταυροκοπηθεί: Τις ώρες της προσευχής, το πρωί φεύγοντας από το σπίτι του και το βράδυ πριν κοιμηθεί, περνώντας μπροστά από ένα Ναό, ευχαριστώντας τον Θεό για το φαγητό της ημέρας, σε δύσκολες ή κρίσιμες περιστάσεις. Κανείς δεν αναγκάζει τον πιστό να κάμει τον σταυρό του ούτε επιβάλλει συγκεκριμένες στιγμές για κάτι τέτοιο. Είναι μια φυσική, αυθόρμητη κίνηση καρδιάς. Όμως, γίνεται; Ή ο φόβος ότι ενδεχομένως θα θεωρηθούμε από τους άλλους λιγότερο «προοδευτικοί» και μάλλον συντηρητικοί μας ανακόπτει; Οι Άγιοι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, εκείνοι που ομολόγησαν με παρρησία την πίστη τους στον Χριστό και οδηγήθηκαν στον θάνατο γι’ αυτό, μήπως έχουν κάτι να μας υποδείξουν στο σημείο αυτό; Πάντως, σε κάθε περίπτωση είναι πολύ καλύτερο να μην κάνουμε καθόλου τον σταυρό μας παρά να κάνουμε γρήγορα και βιαστικά κάτι που μοιάζει με σταυρό! Η διακωμώδηση αυτή δεν αξίζει ούτε σε μας, αλλά πολύ περισσότερο δεν ταιριάζει σε τούτο το σχήμα, πάνω στο οποίο η αγάπη του Θεού συνέθεσε τον λυρικώτερο ύμνο, την απολύτρωσή μας από τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου.

 Ο Σταυρός του Χριστού είναι τελικά η ανάπαυσή μας. Κάτω από τη σκιά του ο κουρασμένος οδοιπόρος της ζωής βρίσκει τη χαμένη του ελπίδα, την παρηγοριά που αναζητά, τη δύναμη ν’ αρχίσει και πάλι το πολυκύμαντο ταξίδι του βίου. Ο χριστιανός αντικρύζει τον Σταυρό του Χριστού και βρίσκει ξανά την αντοχή να κρατήσει τον δικό του σταυρό. Ο Σταυρός του Χριστού κάνει υποφερτές τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τις πίκρες της καθημερινότητας. Νοιώθει ο πιστός πως ο ίδιος ο Χριστός γίνεται ο προσωπικός του Σίμων Κυρηναίος, που έρχεται να κρατήσει για χάρη του το βαρύ φορτίο των πτώσεων και των αδυναμιών του. Όπως και οι Πατέρες μας διδάσκουν, ο σταυρός του χριστιανού γίνεται πιο ελαφρύς όταν γίνει ο Σταυρός του Χριστού, γιατί ο μαθητής του Χριστού είναι πια πεπεισμένος ότι πάνω απ’ αυτόν (τον μαθητή) αγρυπνά ακοίμητος ο Ίδιος ο Χριστός.
απόσπασμα από  εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια