*-*

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Ο σακοποιός


icon_sakopoiosΟ σακοποιός, κατά κανόνα δεν έχει μόνιμο ούτε σκεπαστό εργαστήρι. Εργάζεται στο ύπαιθρο. Μια αυλή μακρόστενη, κάτω απ τον ίσκιο κληματαριάς ή μια πεζούλα χωραφιού, που δεν τη θωρεί ο ήλιος, είναι τόπος κατάλληλος να φιλοξενήσει το φτωχό αυτό τεχνίτη, τον αργαλειό του και τη σβύγα του.
Για τούτο και δεν εργάζεται όλο το έτος. Το μισό φθινόπωρο και το χειμώνα ολόκληρο, αργεί. Εκτός, φυσικά, και έχει τόπο σκεπαστό, που να χωράει μέσα εκεί η σβύγα του. Τον αργαλειό μπορεί ευκολότερα να τον τοποθετήσει, ακόμα και μόνιμα, μέσα σε κανένα χαμόσπιτο ή κατώγι. Ο σακοποιός φτιάχνει μια σειρά απο προίοντα, χρήσιμα για πολλές καθημερινές εργασίες.
Τα «σακιά», χρειάζονται για τη μεταφορά διαφόρων γεωργικών προϊόντων.
Τα «χαράρια», για τη μεταφορά των άχυρων απ’ το αλώνι στον αχυρώνα (μεγάλα σακιά).
Οι «τρουβάδες», σε τρία μεγέθη: το συνηθισμένο, το «ταγάρ’», για να τοποθετεί μέσα εκεί διάφορα εφόδια και εργαλεία. Το «σαμάν-τρουβά», όπου βάζουν άχυρα και τρων τα ζώα. Το «μουστούχ’», πολύ μικρό τροβαδάκι, όπου βάζουν κτηνοτροφή για τα ζώα. Τον κοινό τρουβά τον κρεμούν απ’ τον ώμο. Μερικοί όμως προτιμούν να τον φορτώνονται πίσω τους, σαν τον γυλιό.
Τα «δισάκια».
Το δισάκι το φορτώνουν στο άλογο περνώντας το απ’ τη σκισμάδα στο πίσω άκρο του σαμαριού, οταν περιέχει βαριά πράγματα ή απ’ το λαιμό του ανθρώπου, όταν το περιεχόμενο είναι ελαφρό και δεν χρειάζεται άλογο.
«Σακούλια» λιοτριβιών, όπου τυλίγουν τις αλεσμένες ελιές για να τις στίψουν.
Οι ζώνες, με τις οποίες στερεώνουν τα σαμάρια πάνω στα ζώα. Μερικοί σακοποιοί έφκιαχναν και τις φασκές των παιδιών τους με λινό μίτο, σε διάφορα χρώματα. 
[culture.samos.gr]
από

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια