*-*

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Παπλωματάς: Παπλωματάς: Tα σύνεργα της δουλειάς του ήταν: το τοξάρι με την κόρδα(χορδή) που ήταν φτιαγμένη από στριμμένο έντερο βοδιού, το κοπάλι (ξύλινο σε σχήμα μπουκαλιού), μια μαύρη ψαλίδα, βελόνα, κλωστές, δακτυλήθρα και το τσιπούκι (βέργα) λεπτό, πελεκημένο και λείο, από ξύλο κρανιάς, που ξεπερνούσε το ένα μέτρο. Οι καλοί τεχνίτες ήταν Ανατολίτες και περιζήτητοι. Για να γίνει κάποιος τεχνίτης καλός έπρεπε να μαθητεύσει τουλάχιστον δύο χρόνια στο αφεντικό του.
Υφασματοπώλης: Oι μικροί έμποροι που φόρτωνανα στα γαϊδουράκια τους τις διάφορες πραματείες τους, και διαλαλούσαν τα εμπορεύματά τους στις γειτονιές.
Παντοφλάς: Τσαγκάρηδες που ασχολήθηκαν μόνο με παντόφλες, οργάνωσαν εργαστήρια, αλλά έβγαιναν και στη γύρα για το λιανικό κέρδος. Μερικές από τις παντόφλες ήταν ολοκέντητες.
Μπαλωματής
Μπαλωματής:Τις πρωινές ώρες αλλά και τις απογευματινές έκανε την εμφάνισή του στις λαϊκές συνοικίες ο πλανόδιος μπαλωματής. Είχε κρεμασμένη στον ώμο του μια τσάντα με τα απαραίτητα εργαλεία:σφυριά, σουβλιά, καρφιά, ξυλοπρόκες, κόλλα, κομμάτια από λάστιχο (που προερχόταν από παλιές ρόδες αυτοκινήτων) και την απαραίτητη ποδιά για να μην λερώνονται. Η τιμή ήταν ανάλογα με τη εργασία 1-2-3 δρχ. το κομμάτι και στα 1918 το σόλιασμα των παπουτσιών κόστιζε 10 δρχ.
Ομπρελάς: Το επάγγελμα του ομπρελά ήταν ευκαιριακό και εποχιακό. Γυρνούσε στις γειτονιές κουβαλώντας μαζί του παλιές ομπρέλες μισοχαλασμένες, χρήσιμες για ανταλλακτικά. Το ύφασμα που χρειαζόταν για την ομπρέλα το διέθετε η νοικοκυρά.
Καρεκλάς: Hταν ο τεχνίτης που γνώριζε να πλέκει με επιδεξιότητα το χόρτο (σάζι) στο ξύλινο πλαίσιο μιας καρέκλας.Ολη η Θεσσαλονίκη ήταν πεδίο δραστηριότητας τους.
Κοσκινάς: Φρόντιζε να φτιάχνει ο ίδιος τα κόσκινα μια και δεν χρειαζόταν πολλά υλικά και εργαλεία για να γίνει. Μια ψιλή σίτα ή μία τρυπημένη λαμαρίνα ή ακόμη και ένα δέρμα με τρύπες -ανάλογα για τη δουλειά που το χρειαζόταν η νοικοκυρά- και ένα λεπτό, στρογγυλό ξύλο, το "κασνάκι", γύρω-γύρω, ήταν τα υλικά που χρειαζόταν για να γίνει ένα κόσκινο.
Καλαθάς: Με τις συχνές μετακινήσεις του από τους βάλτους στην πόλη, βοήθησαν πολύ στην απελευθέρωσή της, μεταφέροντας μηνύματα, τρόφιμα, πολλές φορές και πολεμοφόδια στους αντάρτες του βάλτου και αργότερα στην κατοχή στα διάφορα άλλα αντάρτικα λημέρια.
Σκουπάς: Παλιά φορτωνόταν ο σκουπάς όσες σκούπες μπορούσε και γύριζε όλη την ημέρα μέχρι να ξεπουλήσει το εμπόρευμά του. Τις σκούπες τις ετοίμαζε ο ίδιος από μέρες στο σπίτι του με τη βοήθεια της οικογένειάς του, γιατί χρειαζόταν μεγάλη προετοιμασία για να γίνει μια σκούπα ή άλλες φορές τις αγόραζε από τους εμπόρους
Καλαθάς
Σταμνάς: Ο σταμνάς προμηθευόταν από νωρίς όλα τα πήλινα είδη, τα απαραίτητα για το νοικοκυριό, όπως στάμνες, πήλινες κατσαρόλες, κιούπια και γλάστρες από τα γύρω καμίνια. Τα φόρτωνε σε κοφίνια που κουβαλούσε το γαϊδουράκι του και γύριζε στις γειτονιές για να ξεπουλήσει.
Κρασάς: Το επάγγελμα του κρασά ήταν εποχιακό. Κατά τον Οκτώβριο με τα πρώτα κρύα ήταν έτοιμο το κρασί.Η ποσότητα του κρασιού υπολογίζονταν σε μεταλλικά κύπελα της οκάς ή μισοκάρικα κι ο κρασάς είχε πάντα μαζί του και το δράμι.
Λαδάς: Αυτός που πουλούσε το λάδι το έπαιρνε από τους εμπόρους, που το έφερναν από τη νότια Ελλάδα μέσα σε κιούπια ή βαρέλια.Ο μικροπωλητής έπαιρνε το λάδι, που ήταν αγνό λάδι ελιάς, το έβαζε σε ξύλινα βαρέλια και τα φόρτωνε σε κάρο.
Νερουλάς: Στην παλιά Θεσσαλονίκη που δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότησή τους με νερό. Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία. Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ. Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε ο ΟΥΘ.
Γαλατάς: Οι πλανόδιοι γαλατάδες κατέβαιναν από τα γύρω χωριά στην πόλη τις πρωινές ώρες ή ακόμη και τις απογευματινέ ανάλογα με την ώρα που έκαναν το άρμεγμα. Οι περισσότεροι φορούσαν τοπικές ενδυμασίες. Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι πουλώντας το φρέσκο, ολόπαχο γάλα που το μετρούσαν 1/4 με ½ οκά ή μία οκά, τα λεγόμενα δράμια.
Γιαουρτσής: Έβγαινε στην γύρα μετά το ηλιοβασίλεμα και ο λόγος ήταν η προστασία των πελατών του από τις μύγες και το ξύνισμα του γιαουρτιού, μα ακόμη γιατί η γιαούρτη είναι μοναδική για βραδινή τροφή.
Παγωτατζής: Είχε ένα μεγάλο κάδο ξύλινο και στο κέντρο του τοποθετούσε έναν άλλο μεταλλικό κάδο, στον οποίο έριχνε τα υλικά που χρειαζόταν για να γίνει το παγωτό. Είχε ένα ωραίο καρότσι ολόλευκο γεμάτο πλουμίδια και φωτογραφίες πάνω στο οποίο τοποθετούσε τα σκεύη για να σερβίρει το παγωτό καθαρά και καλογυαλισμένα.
Σαλεπιτζής
Μπουγατσατζής: Η προετοιμασία της μπουγάτσας γινόταν στο σπίτι του μπουγατσατζή από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας. Κατά τις 7 - 8 η ώρα έβγαινε στην πλατεία, συνήθως είχε στέκι στον Βαρδάρη και την πωλούσε στους περαστικούς που πήγαιναν εκείνη την ώρα στη δουλειά τους. Η τιμή της ήταν μία δραχμή το κομμάτι ή 3 δραχμές η οκά.
Χαλβατζής: Οι πλανόδιοι χαλβατζήδες με την ολοστρόγγυλη τάβλα απάνω στο κεφάλι τους, σεργιανούσαν στους δρόμους της πόλης και διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους. Οι καλύτεροι τεχνίτες του χαλβά ήταν οι Αρβανίτες.
Μαντζουνάς: Ο μαντζουνάς για να ετοιμάσει το νοστιμότατο μαντζούνι που μοσχοβολούσε ξυπνούσε από τη νύχτα. Τα υλικά που χρησιμοποιούσε ήταν λίγη ζάχαρη, νερό, διάφορα χρώματα, αρώματα, μπαχαρικά και ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο.
Λουκουματζής: Πολύ συχνά σε δρόμους περαστικούς σε στάσεις λεωφορείων ή στους σταθμούς των τρένων, συναντούσε κανείς τον πλανόδιο πωλητη λουκουμιών. Εμφανιζόταν κατά τις 10 το πρωί αλλά και το απόγευμα.
Κουλουρτζής: Οι μικροπωλητές με τους ταβάδες στο κεφάλι ή με καλάθια, ξεχύνονταν στους δρόμους από τα ξημερώματα και μέχρι τις 10 - 11 το πρωί ξεπουλούσαν. Οι καλύτεροι τεχνίτες κουλουριών ήταν οι Ηπειρώτες.
Καστανάς: Οι καστανάδες ήταν ντόπιοι και τα κάστανα τα κατέβαζαν με τα ζώα από διάφορες περιοχές το Χορτιάτη, την Καστανιά, το Πήλιο και το Βόλο.
Σαλεπιτζής: Με την κάτασπρη ποδιά του και το σκούφο, τυλιγμένος στα ζεστά, με τη φουφού αναμμένη, ένα μικρό σκαμνί, το αστραφτερό χάλκινο γκιούμι, τα κουπάκια και το δίσκο διαλαλούσε στους παγωμένους δρόμους το αχνιστό και μυρωμένο σαλέπι. Οι περισσότεροι σαλεπιτζήδες ήταν μικρασιάτες.
Λεμονατζής: Στην παλιά Θεσσαλονίκη ο λεμονατζής έκανε την εμφάνισή του από τις 10 το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα. Ετοίμαζε στο σπίτι του από νωρίς την λεμονάδα, την οποία τοτποθετούσε στο κέντρο ενός χάλκινου, γυαλιστερού τεπόζιτου και γύρω-γύρω έβαζε πάγο. Συνήθως οι λεμονατζήδες ήταν αρβανίτες.
Μανάβης
Μανάβης: Περνούσε από τις γειτονιές με το γαϊδουράκι του και το κάρο του γεμάτο λαχανικά. Μα για να είναι γεμάτο ήταν οπωσδήποτε καλοκαίρι. Το χειμώνα δεν υπήρχαν θερμοκήπια.
Αυγουλάς: Ο αυγουλάς έπρεπε τη νύχτα να ξεκινήσει από τα γύρω χωριά της Θεσσαλονίκης, φορτώνοντας από βραδύς ακόμα την πραμάτεια του στο κάρο ή και στον ώμο του πολλές φορές και που αποτελούνταν από αυγά, από κότες και κοκόρια, ανάλογα με τις απαιτήσεις.
Κρεοπώλης: Κάθε πλανόδιος κρεοπώλης τριγυρνούσε τις γειτονιές το πρωί με το άλογο του, που ήταν φορτωμένο με δύο ξύλινες τάβλες πάνω στις οποίες ήταν κρεμασμένα από καρφιά, κομμάτια κρέας. Το επάγγελμα του πλανόδιου κρεοπώλη το εξασκούσαν Έλληνες και Τούρκοι.
Πατσατζής: Από πολύ πρωί ο πατσατζής πήγαινε στα σφαγεία για να αγοράσει τα προϊόντά του.
Ψαράς: Οι ψαράδες ήταν άνθρωποι πνευματώδεις και ετοιμόλογοι. Και τότε και τώρα οι περισσότεροι κατάγονται από τη Σμύρνη.
Αβδελάς: Το επάγγελμα του αβδελά ξεκινάει τον περασμένο αιώνα και η ακμή του φτάνει μέχρι το 1953.Αβδελάδες ήταν κυρίως οι γύφτοι. Το στέκι αγοράς των αβδελών ήταν η Στοά Χορτιάτη και δίπλα η οδός Μενελάου. Ο αβδελάς έβαζε μέσα σε μικρά βαζάκια μία ή δύο βδέλες ή όσες του ζητούσε ο αγοραστής και τις πουλούσε 1 δραχμή την καθεμιά
Γανωτής
Γανωτής: Το επάγγελμα του γανωτή ήταν πολύ παλιό. Στην πλάτη του κουβαλούσε πάντα ένα τσουβάλι για να συγκεντρώσει τα μπακιρικά που ήθελαν γάνωμα. Μέχρι το μεσημέρι μάζευε όλα τα σκεύη και τα μετέφερε στο εργαστήρι του, το χαλκωματάδικο, που ήταν συνήθως στο σπίτι του. Η τιμή γανώματος για κάθε σκεύος ήταν το 1920 περίπου 10 δραχμές.: Το επάγγελμα του γανωτή ήταν πολύ παλιό. Στην πλάτη του κουβαλούσε πάντα ένα τσουβάλι για να συγκεντρώσει τα μπακιρικά που ήθελαν γάνωμα. Μέχρι το μεσημέρι μάζευε όλα τα σκεύη και τα μετέφερε στο εργαστήρι του, το χαλκωματάδικο, που ήταν συνήθως στο σπίτι του. Η τιμή γανώματος για κάθε σκεύος ήταν το 1920 περίπου 10 δραχμές.
Ακονιστής
Ακονιστής: Ο γυρολόγος ακονιστής γυρόφερνε στις γειτονιές φορτωμένος με το ακόνι, ένα χειροκίνητο εργαλείο με ξύλινη βάση που στήριζε πάνω την πέτρα φτιαγμένη κυκλικά, από νερόπετρα, μυλόπετρα.
Καρβουνιάρης: Ο καρβουνιάρης πήγαινε πρωί πρωί στα καμίνια και φόρτωνε το γαϊδουράκι του με όσα τσουβάλια κάρβουνα άντεχε. Υστερα γύριζε τις γειτονιές όλη την μέρα και πουλούσε τα κάρβουνα στις νοικοκυρές που τα χρειαζονταν για να μεγειρέψουν το φαγητό.
Ξυλάς: Τα ξύλα τα μετλεφεραν χωρικοί από τα βουνά στις πολεις. Από δω άρχιζε η δουλειά του ξυλοκόπου που πολλές φορές ήταν δύο και τρεις μαζί. Εκοβαν τα ξύλα σε μικρά κομματάκια με το τσεκούρι και το πριόνι τοποθετώντας κάθετα ανάμεσα στα πόδια τους, ενώ το ξύλο οριζόντια.
Καλντερμιτζής.: Δεν πρόκειται για μεμονωμένους τεχνίτες αλλά για μικρά, έκτακτα, ειδικευμένα συνεργεία του Δήμου που δούλευαν με ημερομίσθιο. Συνήθως δούλευαν κοντά στις ράγες του τραμ και επισκεύαζαν τα φθαρμένα σημεία με κυβόλιθους, σκληρές πέτρες λαξευμένες συνήθως από γρανίτη, κατάλληλες για την οδόστρωση.
Τουλουπατζής: Οι τουλουπατζήδες ήταν μια ομάδα ανθρώπων, ιδιωτών, που είχαν το στέκι τους μέσα στα Λαδάδικα. Πυροσβέστες ήταν κυρίως Εβραίοι. Το επάγγελμα αυτό υπήρχε στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1920.
Λούστρος
Φαναρτζής: Το επάγγελμα του φαναρτζή λειτούργησε στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1935 που αντικατάστησε ο ηλεκτρισμός. Οι φαναρτζήδες ήταν δημοτικοί υπάλληλοι και ήταν επιφορτισμένοι κατά περιοχές με το άναμμα και σβήσιμο των φαναριών που υπήρχαν στους δρόμους.
Σκουπιδιάρης: Οι σκουπιδιάρηδες ήταν δημοτικοί υπάλληλοι και περνούσαν από τις γειτονιές ότι ώρα τους βόλευε. Ηταν συνήθως Τούρκοι ή γύφτοι.
Καϊφενές: Ο καφετζής άνοιγε το μαγαζί του πολύ πρωί. Έβαζε την ποδιά του για να περιποιηθεί την πελατεία του.
Μπαρμπέρης: Οι μπαρμπέρηδες ήταν δύο λογιών: Oι μαγαζάτορες μπαρμπέρηδες, δηλαδή εκείνοι που στεγαζόταν μέσα σε μαγαζιά και οι υπαίθριοι μπαρμπέρηδες που είχα τα στέκι τους έξω από τα χάνια.
Λούστρος: Ο λούστρος τριγυρνούσε στους κεντρικούς δρόμους της πόλης φορτωμένος με το γραφικό, ξύλινο κασελάκι. Είχε σχεδόν μόνιμη πελατεία, μόνο άντρες. Η αμοιβή του για το ζευγάρι των παπουτσιών ήταν μία δραχμή.
Εφημεριδοπώλης : Στη Θεσσαλονίκη το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη το εξασκούσαν κυρίως παιδιά 13-17 χρονών. Η ποικιλία των εφημερίδων ήταν μεγάλη. Κυκλοφορούσαν και ντόπιες και ξένες εφημερίδες.
Φωτογράφος: Ο φωτογράφος άρχιζε τη δουλειά του κάθε μέρα κατά τις 10 το πρωί. Το στέκι του ήταν στην πλατεία Αριστοτέλους ή στον Λευκό Πύργο.
ΠΗΓΉ

2 σχόλια:

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια