*-*

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Το Παραδοσιακό Ελαιοτριβείο

Στα ελαιοτριβεία αυτά, του παλαιού τύπου, ο καρπός της ελιάς περνά από τρία στάδια για να μας δώσει το ελαιόλαδο.  Αρχικά, τα σακιά στα οποία περιέχεται, αδειάζονται μέσα σε ένα μεγάλο ξύλινο χωνί.  Από εκεί πέφτουν σε μικρές ποσότητες οι ελιές πάνω σε ένα πέτρινο κυκλικό επίπεδο, όπου και πολτοποιούνται από δυο λιθάρια  -  κυλινδροειδείς πέτρες οι οποίες κινούνται με τη δύναμη ανθρώπινου χεριού ή από κάποιο μουλάρι το οποίο περιστρέφει τον άξονα. 
 Ο πολτός που παράγεται, συγκεντρώνεται σε δοχεία και μοιράζεται στους <<ντορβάδες>> που είναι πλεγμένοι με σκοινί και έχουν κυκλικό σχήμα.  Στη συνέχεια οι ντορβάδες αυτοί τοποθετούνται ο ένας πάνω στον άλλο και συγκρατούνται από έναν άξονα που περνά από την τρύπα που έχει ο καθένας στο κέντρο του.
Όλα μαζί τοποθετούνται στην πρέσα, όπου παίζει σημαντικό ρόλο ο ανθρώπινος παράγοντας αφού δεν είναι μηχανοκίνητα, αλλά ένας εργάτης βάζει τον ώμο του κάτω από το κινούμενο τμήμα και την πιέζει με όλη του τη δύναμη προς τα πάνω.  Η διαδικασία αυτή δεν είναι εύκολη αφού είναι επίπονη και χρονοβόρα, καθώς το υγρό που περιείχε ο πολτός, το ζυμάρι, όπως έλεγαν, ρέει με αργούς ρυθμούς.  Αφού λοιπόν συγκεντρωθεί το ακάθαρτο αυτό ελαιόλαδο μεταφέρεται στη λίμπα, που έιναι ένα είδος στέρνας, και αναμειγνύεται με αναβραστό νερό από τα καζάνια.
Η διαδικασία που ακολουθεί είναι πολύ λεπτή και χρονοβόρα καθώς ένας εργάτης, ο <<κουμανταδόρος>>, πρέπει να διαχωρίσει το νερό από το λάδι.  Αυτό γίνεται με μια κανάτα με την οποία αφαιρεί το λάδι που έχει κορφιάσει, χωρίς όμως να μπορεί να το κάνει γρήγορα για να μη μαζέψει και νερό.  Αυτή η εργασία απαιτούσε εμπειρία και υπομονή καθώς δεν υπήρχε η δυνατότητα να δεί ούτε το σημείο που βρίσκεται η επιφάνεια του νερού ούτε πόσο λάδι απέμεινε.  
Φυσικά η φθορά ήταν μεγάλη αφού δεν υπήρχε τρόπος να διαχωριστεί όταν οι δύο επιφάνειες έτειναν να ταυτιστούν.  Κάπως έτσι λοιπόν λειτουργούσαν τα <<λιοτρίβια>> εκείνη την εποχή, για να <<βγάλουν>> το λάδι του κοσμάκη.  
http://ellas2.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια