*-*

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Τί είναι ό τσατμάς.

 Ο τσατμάς είναι είδος τοιχοποιίας, η οποία αποτελείται από ξύλινο σκελετό με κατακόρυφους δοκούς και με καδρόνια οριζόντια και διαγώνια ως αντιστηρίγματα. Ο μεταξύ τους χώρος είναι γεμισμένος με πλίθρες (πλιθιά).
Με αυτή την τεχνική κατασκευαζόταν τα ανώτερα πατώματα των αρχοντικών ώστε να είναι ελαφρύτερα και είναι δυνατό να αντέξει το φορτίο τους το ισόγειο και κατ'επέκταση τα θεμέλια του κτιρίου.
Το μεσημβρινό σαχνισί στο αρχοντικό Νεραντζόπουλου (η φωτογραφία του siatista-info) δεν είναι επιχρισμένο και έτσι είναι εύκολο σε εμάς να δούμε το δικτύωμα που σχηματίζουν οι διαγώνιοι, κάθετοι και οριζόντιοι ξύλινοι δοκοί και τα πλιθιά με τα οποία έχει πληρωθεί.

http://www.siatistanews.gr/…/politistiki_klironomia_web.pdf…

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΡΑΚΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


Στην Χριστιανική παράδοση επιβιώνει ο μύθος του Δρακοκτόνου Ήρωα με την μορφή του Ιππότη-Αγίου, Αγίου Γεωργίου ή Άη-Γιώργη, όπως αναφέρεται από τον Λαό. Ως Τροπαιοφόρος (Στρατιωτικός) Άγιος και Ελευθερωτής συγκεντρώνει πολλές θαυμάσιες διηγήσεις και παραδόσεις, από τις οποίες η σπουδαιότερη είναι αυτή που μιλάει για την εξόντωση ενός φοβερού δράκου και την σωτηρία της πριγκίπισσας που απειλούνταν απ’ αυτόν. Ο δράκος φυλούσε το νερό μιας πηγής κοντά στην Σιλήνα της Λιβύης και το άφηνε να τρέχει μόνον όταν έβρισκε κάποιον άνθρωπο να φάει.
Τι κρύβει, όμως αυτός ο διερχόμενος μέσα στους αιώνες μύθος του δράκου, με τις πολλές όψεις και τις συγκρούσεις του με τους Θεούς και τους Ήρωες;
Στο κοσμολογικό κοσμογονικό κλειδί οι μάχες στον ουρανό ανάμεσα στους Θεούς και τους δράκους συμβολίζουν την μάχη που έκαναν οι δυνάμεις του Φωτός για να βάλουν σε τάξη το σύμπαν και να κατανικήσουν το σκότος και την σύγχυση που επέβαλλε το πρωταρχικό χάος και η Ύλη. Κοσμολογικά, λοιπόν, όλοι οι δράκοι και οι όφεις που νικήθηκαν από τους φονείς τους είναι, στην προέλευσή τους, οι ταραχώδεις συγχυσμένες αρχές στο χάος, που μπαίνουν σε τάξη από τους ηλιακούς Θεούς ή δημιουργικές δυνάμεις, που λειτουργούν σε επίπεδο μακρόκοσμου. Αργότερα, στο επίπεδο του μικρόκοσμου, ο άνθρωπος, ως δημιουργός του δικού του τώρα κόσμου, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τους δράκους ως σύμβολα των αντίθετων χθόνιων, αρνητικών δυνάμεων που αντιστέκονται στην δημιουργία της τάξης.
 

Ο Ήρωας πρέπει να μεταλλάξει τον αρνητικό χαρακτήρα αυτών των δυνάμεων για το καλό του Λαού του. Γι’ αυτό, άλλωστε, εμφανίζεται να απελευθερώνει πηγές ή θησαυρούς, να αποκτά τις δυνάμεις του δράκου, τις οποίες χρησιμοποιεί μετά, και να σπέρνει τα δόντια του στην περιοχή.
Εκεί, όμως, που κατ’ εξοχήν βρίσκουμε την εφαρμογή του μύθου του δράκου είναι στο ψυχολογικό και αλχημικό κλειδί ερμηνείας. Αντιπροσωπεύει, δηλαδή, ο δράκος τις σκιές και τους φόβους κάθε είδους που φωλιάζουν μέσα στις «ψυχολογικές σπηλιές» και δεν αφήνουν τον άνθρωπο να πιει από τα καθαρά νερά του αγνού νου, ούτε να φωτιστεί από το αγνό φως της διαισθητικής ψυχής, την οποία πολύ ποιητικά στους διάφορους μύθους συμβολίζει η κόρη. Γιατί ακριβώς αυτή η κόρη που απελευθερώνεται από τον Δρακοκτόνο Ήρωα είναι η ψυχή του, η οποία βρίσκεται αιχμάλωτη μέχρι να τελειώσουν οι περιπέτειές του και να παντρευτεί την κόρη-βασιλοπούλα.

Γιώργος Μάστορας  
 

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΛΑΜΠΡΗ

Η ανάσταση του Χριστού δεν περιγράφεται στα τέσσερα ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Δίδονται μόνο οι μαρτυρίες ανδρών και γυναικών που επισκέφτηκαν τον κενό τάφο ή συναντήθηκαν με τον αναστημένο Χριστό. Γι' αυτό άλλωστε και η βυζαντινή εικονογραφία - πλην ορισμένων περιπτώσεων που μαρτυρούν μάλλον δυτική αναγεννησιακή επίδραση - παριστάνει όχι τη σκηνή της ανάστασης αλλά τον αναστημένο Χριστό να σηκώνει από το βασίλειο του Αδη έναν άνδρα (τον Αδάμ) και μια γυναίκα (την Εύα) ως εκπροσώπους του ανθρώπινου γένους, υπογραμμίζοντας έτσι τις ανθρωπολογικές προεκτάσεις της ανάστασης. Ωστόσο το Ευαγγέλιο του Πέτρου, ένα κείμενο του 2ου αιώνα μ.Χ., δίνει μια φανταστική περιγραφή της ανάστασης παρουσιάζοντας τον Χριστό με υπεράνθρωπες, μυθικές διαστάσεις να εξέρχεται του τάφου:
 
«Καθώς ξημέρωνε το Σάββατο, νωρίς το πρωί ήρθε πλήθος κόσμου από την Ιερουσαλήμ και τη γύρω περιοχή, για να δουν τον σφραγισμένο τάφο. Τη νύχτα όμως κατά την οποία ξημέρωνε η Κυριακή, οι στρατιώτες είδαν τους ουρανούς να ανοίγουν και δύο άνδρες να κατεβαίνουν από 'κεί μέσα σε λαμπερό φως και να πλησιάζουν τον τάφο. Εκείνη η πέτρα που είχε τοποθετηθεί μπροστά στην είσοδο κύλησε από μόνη της και ήρθε στο πλάι, ο τάφος άνοιξε και οι δύο νεανίσκοι μπήκαν μέσα. Οταν λοιπόν οι στρατιώτες τα είδαν αυτά, ξύπνησαν τον εκατόνταρχο και τους πρεσβυτέρους - γιατί κι αυτοί επίσης φύλαγαν τον τάφο. Και ενώ αφηγούνταν αυτά που είδαν, βλέπουν πάλι να βγαίνουν από τον τάφο τρεις άνδρες, οι δύο από αυτούς υποβάσταζαν τον ένα και τους ακολουθούσε ένας σταυρός. Των μεν δύο το κεφάλι έφτανε ως τον ουρανό, ενώ του άλλου που τον οδηγούσαν το κεφάλι ξεπερνούσε τους ουρανούς. Οταν τα είδαν αυτά ο εκατόνταρχος και οι άνθρωποί του, έσπευσαν νύχτα στον Πιλάτο αφήνοντας τον τάφο που φρουρούσαν και ανέφεραν όλα αυτά που είδαν. Είχαν μεγάλη ταραχή και έλεγαν: "Αληθινά, αυτός ήταν ο Υιός του Θεού"».
 Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος

 

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα...

                                  
Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε,
τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήν
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά
οι τρισκαταραμένοι.


Σαν κλέφτη τον επιάσανε
και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές
εκεί τον τυραγνάνε.
Κι' η Παναγιά η δέσποινα
κ' οι άλλες οι γυναίκες
έπιασαν το στρατί στρατί,
στρατί το μονοπάτι.


Το μονοπάτι τς' έβγαλε
μεσ' στου ληστή την πόρτα.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά,
κανέναν δεν γνωρίζει.
Τηρά και δεξιώτερα
βλέπει τον Άγιο Γιάννη
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε
και βαπτιστή του γυιού μου
μην είδες τον υιγιόκα μου
και σένα δάσκαλό σου;
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο,
για να σού τονε δείξω.


Βλέπεις εκείνον τον γυμνό,
τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο
στο αίμα βουτημένο;
Οπούναι τα ματάκια του
ραμμένα με μετάξι,
κι οπού φορεί στην κεφαλή
αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γυιόκας σου
και μένα δάσκαλός μου.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ , ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Μεγάλη Πέμπτη
το Θείο Δράμα φτάνει στην κορύφωσή του. Ο Ιησούς παραθέτει στην Ιερουσαλήμ το Μυστικό Δείπνο.  
Ο Δείπνος λέγεται μυστικός όχι γιατί έγινε εν κρυπτώ αλλά γιατί ο Χριστός ήθελε να αποκαλύψει στους μαθητές του το μυστήριο της Θείας Μετάληψης. Για αυτό άλλωστε τους είπε: «Λάβετε φάγετε», προσέφεροντάς τους ψωμί (το σώμα Του) και κρασί (το αίμα Του). «Λάβετε φάγετε τοῦτό μου ἐστι τὸ σῶμά... Τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον».

Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης οι ιερείς κατά την ετοιμασία της Θείας Κοινωνίας εξάγουν δύο «αμνούς». Πρόκειται δηλαδή για το τμήμα του άρτου το οποίο μεταβάλλεται σε σώμα Χριστού. Το ένα από τα δύο το διατηρούν (αφού το τεμαχίσουν και το αποξηράνουν) στο αρτοφόριο πάνω στην αγία τράπεζα για έναν ολόκληρο χρόνο για τη Θεία Μετάληψη σε έκτακτες περιπτώσεις. 
Το βράδυ τελείται ο όρθρος της Μεγάλης Παρασκευής, στον οποίο αναπαρίσταται το Θείο Δράμα της Σταύρωσης και διαβάζονται τα δώδεκα ευαγγέλια που περιγράφουν τα γεγονότα από τη σύλληψη έως και την ταφή του Χριστού.
Τό αίμα πού έχυσε ό Ιησούς Χριστός πάνω στόν σταυρό έβαψε τήν γή . Ή κόκκινη Πέμπτη συμβολίζει μέ τό βάψιμο τών αυγών  κόκκινα , τό άγιον αίμα  τού  Θεανθρώπου πού τό έχυσε γιά  τήν δική μας σωτηρία καί αποτελεί αυτό τό έθιμο  μέρος τού τελετουργικού τής Μεγάλης Εβδομάδος .
Μάλιστα τήν ημέρα αυτήν συνηθίζουν νά κρεμούν ένα κόκκινο πανί  έξω από τό παράθυρο τού σπιτιού πού κάνει τήν Πέμπτη αυτήν , τήν Μεγάλη Πέμπτη , Κόκκινη Πέμπτη.

{αποσπάσματα από άρθρο ΕΔΩ

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΟΣ.


Μαρτυρίες ή διηγήσεις που να περιγράφουν τη συγκεκριμένη τελετή κατά τους πρώιμους χριστιανικούς αιώνες, δεν έχουν διασωθεί. Έχουν διασωθεί όμως κάποια αρχαία λυχνάρια που οι επιγραφές τους ρίχνουν περισσότερο φως σχετικά με την αρχαιότητα της τελετής.

Η έλευση του Αγίου Φωτός στον Πανάγιο Τάφο του Ιησού Χριστού, κάθε Μεγάλο Σάββατο, είναι ένα θαυμαστό και ιδιαιτέρως τιμώμενο γεγονός που λαμβάνει χώρα για περισσότερο από μία χιλιετία. Κάθε χρόνο, κατά τη μεσημβρία του Μεγάλου Σαββάτου, ένα Φως πηγάζει από τον Τάφο του Χριστού και αναφλέγει την αποκαλούμενη «ακοίμητη» κανδήλα στο εσωτερικό του Τάφου, ενώ ταυτοχρόνως γαλαζόλευκες εκλάμψεις του ίδιου Φωτός διαχέονται μέσα στον Ναό της Αναστάσεως, φωτίζοντας τον χώρο και αναφλέγοντας κάποιες από τις κανδήλες και τις λαμπάδες των πιστών.  Δεν είναι μόνο οι ορθόδοξοι που παίρνουν μέρος στην τελετή του Αγίου Φωτός, αλλά πολλοί αλλόθρησκοι όπως Αρμένιοι και Κόπτες,  που περιμένουν έξω απο τον πανάγιο τάφο του Χριστού για να ανάψουν τις λαμπάδες τους απο τον ορθόδοξο πατριάρχη μιας και το άγιο φως ανάβει μόνο στους ορθοδόξους. Επίσης Εβραίοι αστυνομικοί είναι πάντα παρόν μέσα και έξω απο τον πανάγιο τάφο και μάρτυρες του γεγονότος αυτού κάθε χρόνο.

Εντύπωση προκαλεί, επίσης, το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι των Ιεροσολύμων, αν και αλλόθρησκοι, συμμετέχουν κατά χιλιάδες στην τελετή του Αγίου Φωτός, αποδέχονται την αυθεντικότητα του θαύματος και μεταφέρουν το Φως με ευλάβεια στα τζαμιά και στις κατοικίες τους, όπου το διατηρούν άσβεστο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Σήμερα, μετά από δύο χιλιετίες, το ίδιο Φως εξακολουθεί να εμφανίζεται στον ίδιο τόπο, στο εσωτερικό του Τάφου του Χριστού αλλά και έξω από αυτόν, κατά τη διάρκεια της τελετής του Μεγάλου Σαββάτου. Το γεγονός αυτό έχει καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής τουλάχιστον 12 αιώνων. Η  μόνη φορά που δεν εμφανίστηκε  το άγιο φως στον Πανάγιο Τάφο ήταν την εποχή των σταυροφοριών στην Ιερουσαλήμ.
Πότε όμως τελέστηκε για πρώτη φορά το θαύμα;
Το Αγιο Φως εμφανίστηκε για πρώτη φορά την ώρα που έλαβε χώρα η Ανάσταση του Θεανθρώπου, μετά τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου και λίγες ώρες πριν από το ξημέρωμα της Κυριακής του Πάσχα, με πιθανότερη ημερομηνία την 5η Απριλίου του 33 μ.Χ.1
Το φως αυτό ταυτίζεται με το υπερφυές Φως που διέλαμψε μέσα στον Τάφο του Χριστού την ώρα της Αναστάσεώς Του.
λιχνιεςΌπως μας αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός «και τρέχοντας ο Πέτρος, έφτασε στο μνήμα, και βλέποντας το φως εντός του Τάφου εξεπλάγει» , Την ίδια μέρα που αναστήθηκε ο Χριστός και όταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβ, μαζί με άλλες γυναίκες πήγαν στο τάφο του Χριστού, παρατήρησαν ότι ένα λευκό φως έλουζε τον τάφο. Έτσι με αυτό τον τρόπο μπόρεσαν και είδαν μέσα στον σκοτεινό τάφο την σινδόνη του Χριστού και τον τάφο που ήταν άδειος.

Η πρώτη παρουσία του θαύματος του Αγίου Ακτίστου Φωτός συναντάται ακριβώς την ώρα που ο Ιησούς Χριστός επιστρέφει από τον κόσμο των νεκρών για να δοξαστεί διά της Αναστάσεώς του μέσα σε ένα απερινόητο και απρόσιτο Φως. Το ίδιο Φως γεμίζει τον Πανάγιο Τάφο, κάθε χρόνο, κατά την τελετή του Μεγάλου Σαββάτου.
Σύμφωνα με τον Έλληνα κληρικό Νικήτα (10ος αι.) το Αγιο Φως άρχισε να εμφανίζεται ήδη από την εποχή του Χριστού, αμέσως μετά την Ανάληψή Του, κάθε Μεγάλο Σάββατο χωρίς καμία διακοπή στο πέρασμα των αιώνων. Ο Άραβας ιστορικός αλ-Μασούντι και ο Αρμένιος ιστορικός Κιρακός ανάγουν τη χρονική αφετηρία του θαύματος λίγο αργότερα, και αναφέρουν ότι το Αγιο Φως άρχισε να εμφανίζεται κατά την περίοδο κατασκευής του Ναού της Αναστάσεως, δηλαδή την περίοδο 326-336 μ.Χ. Ο ιστορικός Κιρακός αναφέρει επιπλέον ότι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο που βίωσε το θαύμα είναι ο Αγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής, περί το έτος 330.
 
Η καλοπροαίρετη απιστία έναντι των έκτακτων «υπερφυσικών» φαινομένων είναι απαραίτητη και σε πλήρη συμφωνία με το παράγγελμα του Ευαγγελιστή Ιωάννη περί δοκιμής των πνευμάτων «εάν είναι από τον Θεόν».  Όμως, στην περίπτωση του Αγίου Φωτός πρόκειται για ένα γεγονός που δεν είναι έκτακτο ή προσωρινό, αλλά επαναλαμβανόμενο επί πολλούς αιώνες, με τρόπο πασίδηλο και ιστορικώς καταγεγραμμένο.
ΠΗΓΗ 

 

Ποιες κότες γεννούν άσπρα αυγά και ποιες καφετιά;

Αν θυμάμαι καλά –και δεν με απατά η μνήμη μου- όταν ήμουν μικρός, τα περισσότερα αυγά, αν όχι όλα, ήταν άσπρα. Βέβαια σαν παιδί της πόλης, έχοντας άγνοια από αγροτική ζωή και εμπειρία, τα άσπρα αυγά που θυμάμαι ήταν ατά που αγοράζαμε από τους μπακάληδες ή τους αυγουλάδες. 
Τα καφετιά σπάνιζαν ανάμεσά τους και οι μητέρες μας τα «περιφρονούσαν» θεωρώντας τα παρακατιανά, βαριά στην μυρωδιά ή δεν ξέρω τί άλλο… Για να δικαιολογηθεί μια ξαφνική αύξησή τους στο εμπόριο, κυκλοφορούσε το μύθευμα ότι οι κότες τον χειμώνα, όταν κάνει κρύο, γεννούν καφετιά αυγά.
 

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει και τα αυγά με σκούρο κέλυφος υπερτερούν κατά πολύ των λευκών. Μάλιστα δε, όπως διάβασα σε πολλά άρθρα μελετώντας για τις διαφορές μεταξύ άσπρων και σκουρόχρωμων αυγών, σε κάποιες χώρες, όπως τις ΗΠΑ, τα άλλοτε περιφρονημένα καφετιά αυγά είναι ακριβότερα από τα κάτασπρα.
 

Επιπλέον, ξέρουμε τα αίτια της ύπαρξης λευκών και σκούρων αυγών, όπως και ποιες κότες γεννούν τα μεν και ποιες τα δε.Λέγεται γενικότερα ότι οι λευκές κότες γεννούν άσπρα αυγά και οι καφέ ή σκουρόχρωμες τα καφετιά. Όμως, για να ξέρουμε τι χρώμα αυγά θα γεννήσει μια κότα, δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε το χρώμα των λοβών του αυτιού της. Αυτές με λευκούς λοβούς γεννούν άσπρα, ενώ αυτές με κόκκινους γεννούν καφέ αυγά.
xromata.com


Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΙΓΩΜΑ

Επειδή τα ζώα (άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια) που μετέφεραν φορτία, βάδιζαν και σε ανώμαλους δρόμους, κάτω από τις οπλές τους έβαζαν σιδερένια ελάσματα που είχαν σχήμα σαν την οπλή, που τα ονόμαζαν πέταλα.                                    
          Τα πέταλα είχαν σχήμα ελλειψοειδές και είχαν σε κάθε πλευρά από τρεις ή τέσσερις τρύπες για να περνάνε τα καρφιά, με τα οποία στηρίζονταν στην οπλή.
          Το αφεντικό κρατούσε λυγισμένο το πόδι του ζώου προς τα πάνω και ο πεταλωτής αφού με κοφτερό εργαλείο (το σαντράνι), καθάριζε την οπλή ώστε να γίνει επίπεδη, διάλεγε το πέταλο ανάλογα με το μέγεθος.
          Στη συνέχεια έβαζε το καρφί χτυπώντας το λοξά προς τα έξω, ώστε να βγει δύο έως τρία εκατοστά πλάγια της οπλής.
          Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε, ήταν το κλαδευτήρι (σαντράνι) για το καθάρισμα, η τανάλια για να κρατάει κόντρα και να κόβει το περίσσευμα του καρφιού (λόθρα) και το καλυγοσφύρι για να χτυπάει και να μπήγεται το καρφί.
          Απαιτούσε τέχνη το καλίγωμα γιατί έπρεπε το καρφί να μη βρει το ζωντανό μέρος της οπλής.
          Ο ήχος του πεταλώματος ήταν χαρακτηριστικός:
         ΄΄Μια στο καρφί και μια στο πέταλο΄΄
          Τα πέταλα τα κατασκεύαζαν οι χαλκιάδες, πλάθοντάς τα στο αμόνι από κοκκινισμένο, στο καμίνι, σίδερο.
          Τα καρφιά ήταν παράξενα γιατί είχαν χοντρό κεφάλι σαν κόλουρη τετραγωνική πυραμίδα και αυτό για να μην γλιστράνε στα καλντερίμια και στις βουνίσιες στράτες.
ΠΗΓΗ

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Το έθιμο της κυρά Σαρακοστής: Μάθετε τι συμβολίζει και φτιάξτε τη παρέα με τα παιδιά!

Το έθιμο της κυρά-Σαρακοστής είναι από τα παλιότερα έθιμα που σχετίζονται με τη γιορτή του Πάσχα, σήμερα όμως λίγο πολύ ξεχασμένο. Χρησίμευε πάντα ως ημερολόγιο για να μετράμε τις εβδομάδες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι τη Μεγάλη Εβδομάδα, καθώς η κυρά-Σαρακοστή έχει 7 πόδια, ένα για κάθε εβδομάδα της περιόδου της Σαρακοστής. Πρόκειται για ένα έθιμο που τείνει στις ημέρες μας να εκλείψει, ενώ παλαιότερα το συναντούσαμε σε όλο τον ελλαδικό χώρο με διάφορες παραλλαγές και χρησιμοποιούνταν ως ημερολόγιο που μετρούσε τις εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής.
Η κυρά-Σαρακοστή, στις περισσότερες περιοχές, ήταν μια χάρτινη ζωγραφιά, που απεικόνιζε μια γυναίκα, που έμοιαζε με καλόγρια, με 7 πόδια, σταυρωμένα χέρια γιατί προσεύχεται, ένα σταυρό γιατί πήγαινε στην εκκλησία και χωρίς στόμα γιατί νηστεύει. Στο τέλος κάθε εβδομάδας, αρχής γενομένης από το Σάββατο μετά την Καθαρά Δευτέρα, της έκοβαν ένα πόδι. Το τελευταίο το έκοβαν το Μεγάλο Σάββατο. Αυτό το κομμάτι χαρτί το δίπλωναν καλά και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο ή καρύδι (περιοχή της Χίου), το οποίο τοποθετούσαν μαζί με άλλα. Όποιος το έβρισκε θεωρούνταν τυχερός και γουρλής. Σε κάποιες περιοχές, το έβδομο πόδι το τοποθετούσαν μες στο ψωμί της Ανάστασης και όποιος το έβρισκε του έφερνε γούρι.
Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, η κυρά-Σαρακοστή φτιάχνεται από ζυμάρι με απλά υλικά και, κυρίως, πολύ αλάτι για να μη χαλάσει. Εξάλλου, δεν τρωγόταν, αφού χρησιμοποιούνταν ως ημερολόγιο. Αλλού πάλι, την έφτιαχναν από πανί και τη γέμιζαν με πούπουλα.
Στον Πόντο, η κυρά-Σαρακοστή ήταν μια πατάτα ή ένα κρεμμύδι που το κρεμούσαν απ’ το ταβάνι και πάνω του είχαν καρφωμένα επτά φτερά κότας, ώστε να αφαιρούν ένα φτερό κάθε εβδομάδα. Εδώ το έθιμο ονομαζόταν «Κουκουράς», ο οποίος ήταν και ο φόβος των παιδιών!
Για το έθιμο της κυρα-Σαρακοστής έχουν γραφτεί οι παρακάτω στίχοι:
Την κυρά Σαρακοστή που ‘ναι έθιμο παλιό οι γιαγιάδες μας τη φτιάχναν’ με αλεύρι και νερό.
Για στολίδι της φορούσαν στο κεφάλι ένα σταυρό μα το στόμα της ξεχνούσαν γιατί νήστευε καιρό.
Και τις μέρες τις μετρούσαν με τα πόδια της τα επτά κόβαν’ ένα τη βδομάδα μέχρι να ‘ρθει η Πασχαλιά.
.
.
Φτιάξτε τη μαζί με τα παιδιά
Συστατικά
  • 3 κούπες αλεύρι
  • 1 κούπα αλάτι
  • 1 κούπα νερό
  • μπαχαρικά για διακόσμηση όπως γαρύφαλλο ή μαχλέπι
Εκτέλεση
Η «κυρά-Σαρακοστή» λειτουργούσε ως ένα αυτοσχέδιο ημερολόγιο το οποίο βοηθούσε «τους παλιούς» να μετρούν τις εβδομάδες που μεσολαβούσαν από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Μεγάλη Εβδομάδα. Συνήθως, ήταν η ζωγραφιά, μιας γυναίκας με μαντήλι στο κεφάλι, επτά πόδια, σταυρωμένα χέρια –επειδή προσευχόταν– και χωρίς στόμα, διότι νήστευε όλη αυτή την περίοδο. Κάθε Σάββατο, ξεκινώντας από το Σάββατο που ακολουθούσε μετά την Καθαρά Δευτέρα, η κυρά-Σαρακοστή «έχανε» ένα πόδι. Το τελευταίο μάλιστα, το οποίο κοβόταν το μεγάλο Σάββατο, σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας το τοποθετούσαν μέσα στο ψωμί της Ανάσταση και σε όποιον τύχαινε, του έφερνε καλή τύχη (κάτι σαν το φλουρί της Βασιλόπιτας)! Εκτός από χαρτί, η κυρά-Σαρακοστή μπορεί να φτιαχτεί επίσης από ύφασμα, αλλά και από ζυμάρι. Εγώ, την φτιάχνω με αλατόζυμο, ένα ωραίο υλικό που επειδή έχει πάρα πολύ αλάτι δεν χαλάει για πάρα πολύ καιρό – έχει τις ιδιότητες του πηλού ή της πλαστελίνης. 
  • Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 160° C στον αέρα.
  • Βάζουμε τα υλικά για το ζυμάρι σε ένα λεκανάκι και τα ζυμώνουμε μέχρι να γίνει μια ελαστική και ωραία ζύμη.
  • Πλάθουμε την Κυρά Σαρακοστή με το ζυμάρι φτιάχνοντας το σώμα, τη φούστα, το πρόσωπο, τα πόδια της, τη διακοσμούμε όπως θέλουμε και τη βάζουμε σε ένα ταψί το οποίο έχουμε στρώσει με λαδόκολλα.
  • Ψήνουμε για 20 με 30 λεπτά.  Μας ενδιαφέρει να στεγνώσει και όχι να «ψηθεί».
Tip
Πρόκειται για μια εύκολη ζύμη η οποία για να φτιαχτεί μπορεί να θέλει και λίγο ακόμα νερό το οποίο προσθέτουμε λίγο-λίγο.
ΠΡΟΣΟΧΗ! ΔΕΝ ΤΡΩΓΕΤΑΙ! 
 
(Συνταγή: Άκης Πετρετζίκης)
Πηγή: www.infokids.gr

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ....ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Στην άκρη ενός μικρού χωριού, σε ένα μικρό σπιτάκι ζούσε κάποτε μια μάνα, η κυρά-Λένη, με την κόρη της την Φιλιώ.
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά, τους κάμπους και τους δρόμους και ήταν δύσκολο να τους διαβείς. Ο αέρας από τα γύρω σπίτια μύριζε μελομακάρονα, δίπλες και χριστόψωμα.
Η κυρά-Λένη με την κόρη της δεν είχαν ζυμώσει τίποτα για τα Χριστούγεννα, γιατί όλη μέρα δούλευαν σε ένα αρχοντόσπιτο.
– Φιλιώ μου, θα πάω μέχρι το μύλο να αλέσω λίγο σιτάρι. Πρέπει να φτιάξουμε κι εμείς μερικά γλυκά.
…είπε η μάνα!
– Όχι μάνα, είσαι κουρασμένη. Θα πάω εγώ στο μύλο.
– Όχι, δε σε αφήνω. Αυτές τις μέρες βγαίνουν οι καλικάντζαροι και συνηθίζουν να τρυπώνουν στους μύλους. Μάλιστα λένε ότι παραμονεύουν τις νέες κοπέλες, για να τις κοροϊδέψουν και να τους κάνουν κακό.
– Δε φοβάμαι μάνα, κι ούτε πιστεύω αυτά που λέγονται για τα καλικαντζαράκια. Θα πάω γρήγορα και θα γυρίσω αμέσως. Έλα δώσε μου το σακί με το σιτάρι και φέρε και το γαϊδουράκι να το φορτώσω.
– Καλά κόρη μου, αφού επιμένεις πήγαινε, αλλά να προσέχεις τα καλικαντζαράκια. Αν εσύ φερθείς έξυπνα, δε θα σε πειράξουν, γιατί στο βάθος είναι λίγο κουτά. Πάω να φέρω το γαϊδουράκι από το στάβλο.
Η Φιλιώ φόρτωσε στο γαϊδουράκι το σακί με το σιτάρι και ξεκίνησε για το μύλο. Από μακριά έβλεπε αμυδρά το φως του μύλου, που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι.
Όταν έφτασε στο μύλο, άκουσε φωνές και γέλια. Σκέφτηκε ότι θα είναι μέσα κι άλλοι χωριανοί, που θέλουν να αλέσουν το σιτάρι τους. Σπρώχνει λοιπόν, την πόρτα και με έκπληξη και τρόμο βλέπει μπροστά της γύρω στα πέντε καλικαντζαράκια. Ήταν κάτι κακάσχημα και μαυριδερά ανθρωπάκια, με κατακόκκινα αστραφτερά μάτια, με κρεμασμένες τις γλώσσες τους έξω, με μακριές ουρές και με μεγάλα αυτιά, που συνεχώς κουνιόντουσαν.
Η Φιλιώ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Τα καλικαντζαράκια με γρήγορα πηδήματα την άρπαξαν και την τράβηξαν μέσα και άρχισαν να της λένε:
– Γιατί φεύγεις ομορφούλα; Εμείς περιμέναμε τόση ώρα να φανεί καμιά όμορφη κοπέλα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;
– Ήρθα να αλέσω το σιτάρι μου.
– Άσε το σιτάρι σου και έλα να χορέψουμε.
– Θέλω να χορέψω μαζί σας, αλλά ας βάλω πρώτα το σιτάρι στο μύλο να αλέθεται, για να μην αργήσω.
Και αμέσως έριξε το σιτάρι στο καρίκι του μύλου και άρχισε το άλεσμα.
– Έλα κοπέλα, έλα να χορέψουμε! Και θα σου δώσουμε μεταξωτά φορέματα, χρυσά στολίδια, βελούδινα γοβάκια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
– Καλά λοιπόν, θα χορέψουμε! Τρέξτε όμως πρώτα να μου φέρετε όλα αυτά που μου είπατε και σας υπόσχομαι πως θα χορέψουμε μαζί ώρες ατέλειωτες.
– Ελάτε λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα στην Προύσα και στη Βενετία, να της τα φέρουμε! Ομορφούλα κοπελιά, περίμενε μας! Δε θα αργήσουμε. Σε λίγη ώρα θα έχουμε γυρίσει.
– Ναι, θα περιμένω με αγωνία να έρθετε!
Φεύγοντας τα καλικαντζαράκια έλεγαν μεταξύ τους:
– Πω πω, τι κουτή που είναι! Θα φάει το ξύλο της χρονιάς της όταν γυρίσουμε!
Κι η Φιλιώ αναρωτιόταν όσο έμεινε μόνη:
– Θεέ μου! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να αλέσω γρήγορα το σιτάρι και να φύγω, πριν με προλάβουν εδώ. Γρήγορα καλέ μου μύλε, άλεθε, για να να φύγω, πριν γυρίσουν τα καλικαντζαράκια.
Το σιτάρι αλέστηκε, η Φιλιώ το πήρε και το άδειασε στο σακί της και βιαστικά φόρτωσε το σακί στο γαϊδουράκι και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.
Όταν έφτασε, έπεσε τρομαγμένη στην αγκαλιά της μάνας της.
– Αχ μάνα, πόσο φοβήθηκα με τα καλικαντζαράκια!
– Τι έπαθες κόρη μου;
– Να, συνάντησα τα καλικαντζαράκια στο μύλο και μου είπαν να μου δώσουν χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα, για να χορέψω μαζί τους. Εγώ όμως δε τα πίστεψα. Τους είπα δήθεν να πάνε πρώτα να μου τα φέρουν, για να μπορέσω να τους ξεφύγω.
– Καλά έκανες κόρη μου. Έλα κόπιασε στη φωτιά να ξεκουραστείς κι εγώ θα φτιάξω τα γλυκά.
Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα, όταν χτύπησε η πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε η Μαλάμω, η φαντασμένη κόρη του άρχοντα και είπε στη Φιλιώ:
– Φιλιώ πήγαινε γρήγορα στο μύλο, να αλέσεις λίγο σιτάρι, γιατί μας τέλειωσε το αλεύρι και θέλουμε να φτιάξουμε μερικά γλυκά ακόμη.
– Δε μπορώ να πάω. Μόλις τώρα γύρισα από το μύλο κι έχω πάρει μια τρομάρα από τα καλικαντζαράκια, που δε λέγεται!
– Μπα; Είδες τα καλικαντζαράκια;
…είπε κοροϊδευτικά η Μαλάμω και της απάντησε η κυρά-Λένη:
– Ναι, τα είδε και της έταξαν χρυσά φλουριά, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
– Και δεν τα πήρε η κουτή η κόρη σου;
– Όχι δεν τα πήρε.
– Καλά, καλά. Τότε θα πάω εγώ.
– Εσύ; Καλά δε φοβάσαι τη χιονοθύελλα που άρχισε;
…ρώτησε με απορία η κυρά-Λένη.
– Όχι βέβαια, είμαι γενναία εγώ, δε φοβάμαι!
…είπε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα, τρέχοντας μέσα στη χιονοθύελλα προς το μύλο. Ο νους της ήταν στα χρυσά στολίδια, στα μεταξωτά φορέματα, στα βελούδινα παπούτσια και στα δυο μπαούλα με τα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
Λαχανιασμένη έφτασε στο μύλο, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και βρέθηκε μπροστά στα καλικαντζαράκια.
 
– Καλώς την κοπέλα! Έλα να χορέψουμε!
…της είπαν τα καλικαντζαράκια κι εκείνη τους απάντησε:
– Για να χορέψω μαζί σας, θέλω πρώτα χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα.
– Βέβαια, βέβαια θα σου τα δώσουμε. Πάμε να σου τα φέρουμε αμέσως.
 
…είπαν τα καλικαντζαράκια και βγήκαν έξω. Όταν γύρισαν μετά από λίγο, κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και άρχισαν να την χτυπούν.
– Θέλεις στολίδια και μεταξωτά φορέματα, ε; Θέλεις χρυσά φλουριά; Πάρτα λοιπόν, ανόητη Μαλάμω!
Η Μαλάμω φώναζε για βοήθεια, αλλά ποιος να την ακούσει μέσα στη νύχτα;
Τσακισμένη από το ξύλο και την κούραση γύρισε στο σπίτι της. Με ντροπή είπε την περιπέτεια της στη μάνα της. Από τότε όμως σταμάτησε να είναι φαντασμένη και εγωίστρια. ΠΗΓΗ
 

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Τά παραδοσιακά γλυκά τών Χριστουγέννων.

Έχουμε και λέμε: Κουραμπιέδες, μελομακάρονα, βασιλόπιτα και μπακλαβάς. Κάθε ένα με τη δική του γεύση, με τις δικές του αναλογίες σε βούτυρο και σιρόπι, σε ελαιόλαδο, σε μπαχαρικά και τραγανές κρούστες φύλλων, σε καρύδια και αμύγδαλα. Ορίστε το πιάτο σας, και πάμε να δοκιμάσουμε απ’ όλα.
Ποια είναι η ιστορία του κουραμπιέ; Προλαβαίνει κανείς να αναρωτηθεί, ή μεθά από το μοναδικό άρωμα βουτύρου αντικρίζοντάς τον; Μήπως πνίγεται σε ένα σύννεφο γλύκας, που σηκώνει η ζάχαρη άχνη; Μήπως είναι μαλακός και βυθίζει εύκολα μέσα του τις πίκρες; Όποια κι αν είναι η δική σας αλήθεια, υπάρχει και η κοινή, παραδοσιακά ελληνική: ο κουραμπιές είναι χριστουγεννιάτικος, μοσχομυριστός, και βουτυρένια βελούδινος.
Ο κουραμπιές έχει μεγάλη ιστορία. Ετυμολογικά κατάγεται από την ανατολή, ταξίδεψε μέχρι τον Μεσαίωνα όπου εδραιώθηκε ως μπισκότο, και τέλος πάντων, οι αρχαίοι Έλληνες έψηναν τα μπισκότα δύο φορές (δί-πυρον), ακριβώς για να δώσουν στα γλυκίσματα την υφή, μορφή και τραγανότητα του μπισκότου. Πολυταξιδεμένος, πήγε με τους Βενετούς στην Ασία και ξαναγύρισε, και σήμερα, είναι ο παραδοσιακός μας ελληνικός και αγαπημένος κουραμπιές των Χριστουγέννων και πάσης εορτής.
Με αμύγδαλα, με επικάλυψη σοκολάτας, με τριμμένο αμύγδαλο, με ολόκληρο ή με μισό, με πλούσια ζάχαρη άχνη που σηκώνει ομίχλη ευτυχίας.
Η επόμενη πιατέλα μας είναι γεμάτη με μελομακάρονα. Εδώ, το μέλι και η ζάχαρη έχουν παντρευτεί έναν ιδανικό γάμο, που κρατάει χρόνια, και μάλιστα έχει νικήσει και το σκοτάδι. Γιατί; Διότι οι αρχαίοι Έλληνες προσέφεραν «μακαρία», έναν μικρό άρτο στο σχήμα του σημερινού μελομακάρονου, μετά από τις κηδείες. Η «μακαρωνία» ήταν η βραδινή δέηση προς τον εκλιπόντα. Αργότερα, η μακαρία βούτηξε στο σιρόπι μελιού και έγινε μέλι και μακαρία ίσον μελομακάρονο, και σήμερα το τρώμε επειδή μας αρέσει, επειδή είναι λαχταριστό και πλούσιο γλύκισμα και επειδή γιορτάζουμε, αντιθέτως, τη γέννηση.

Το μοναδικό με το μελομακάρονο είναι ότι φτιάχνεται βασικά με ελαιόλαδο. Φυσικά η ζάχαρη και το μέλι του δίνουν ένα σιρόπι που τονώνει τη μοναδικότητα της γεύσης, κι έρχεται να βοηθήσει και η κανέλα, το γαρίφαλο, λίγο ξύσμα πορτοκαλιού και βέβαια το τριμμένο καρύδι. Αν το προτιμά κανείς με λιγότερο καρύδι, λιγότερο σιρόπι, πιο «μπισκότο» και λιγότερο γλασέ, είναι ένα θέμα-πρόκληση για τον ζαχαροπλάστη της γειτονιάς ή και του σπιτιού κάθε χρόνο. «Μου έπεσε παραπάνω σιρόπι», θα πει η γιαγιά, αλλά στην πραγματικότητα αυτό θέλαμε κι εμείς.

«Κέρδισα το φλουρί!!». Κάθε Πρωτοχρονιά η αγωνία μεγαλώνει και όσοι πρόκειται να διεκδικήσουν το φλουρί κοιτάζονται βαθιά στα μάτια, σφίγγουν το σαγόνι και δεν ανταλλάσσουν κουβέντα. Είναι η συμπεριφορά όσων επιθυμούν κι ελπίζουν δυνατά ότι η χρονιά που έρχεται θα είναι η τυχερή τους, και τούτο θα αποδείξει το φλουρί που θα ξεπροβάλλει από το κομμάτι τους. Ο Άγιος Βασίλης χαμογελά και τονίζει ότι σκοπός της βασιλόπιτας είναι να μνημονεύουμε την καλοψυχία, τη δικαιοσύνη και τη μεγαλοψυχία – αυτές τις αξίες φέρει η βουτυρένια αφράτη βασιλόπιτα.

Το έθιμο θέλει τον Άγιο Βασίλη Δεσπότη στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, όταν η πόλη βρέθηκε περικυκλωμένη από εχθρούς, που ήθελαν όλο το χρυσάφι των κατοίκων για να σταματήσουν την πολιορκία και να μην προβούν σε καταστροφές. Οι κάτοικοι, αγαπώντας τον Άγιο Βασίλειο, που προσπάθησε να αποτρέψει το κακό, συγκέντρωσαν τα τιμαλφή και πήγαν να τα παραδώσουν σε ένα σεντούκι. Εκείνη όμως τη στιγμή εμφανίστηκε ο Άγιος Μερκούριος, διώχνοντας τους εχθρούς και αποτρέποντας το κακό. 
Ο Άγιος Βασίλειος, επιθυμώντας να επιστρέψει τα πολύτιμα αντικείμενα στους ιδιοκτήτες τους αλλά χωρίς να γνωρίζει τι ανήκει σε ποιον, σκέφτηκε να τα βάλει σε μικρά ψωμάκια και να τα μοιράσει στις οικογένειες των κατοίκων. Από τότε λοιπόν μέχρι σήμερα, η πίτα αυτή, η βασιλόπιτα, συμβολίζει τη δικαιοσύνη και τη μεγαλοσύνη, την αγάπη και την αισιοδοξία.

 Όλα αυτά μετουσιώνονται σε..τύχη!
Φέτος φτιάχνουμε τη δική μας βασιλόπιτα, πετάμε ένα φλουρί μέσα στη ζύμη όσο ψήνεται και προϋπαντούμε το Νέο Έτος στολίζοντάς την με αμυγδαλόψιχα, γαρίφαλα, ζάχαρη άχνη και γλυκιά αισιοδοξία.

Μήπως θα προτιμούσατε έναν μπακλαβά; Καλύτερα μπακλαβαδάκια μπουκίτσες, με το βούτυρο σχεδόν να μπορείς να το αγγίξεις – αληθινό, μυρωδάτο, φρέσκο, και το σιρόπι να ανακατεύεται σε κάθε φύλλο κρούστας. Ο μπακλαβάς παλιότερα φτιαχνόταν με ζύμη – εμείς θα προτιμήσουμε το φύλλο, που εναλλάσσεται με το καρύδι, το αμύγδαλο και το μέλι. Κάθε στρώση κι ένα βήμα προς τον παράδεισο. Μα πάντα, ο μπακλαβάς, είτε μπουκίτσα, είτε κομμένος τριγωνικά, τετράγωνα, σε ταψί ή σε κουτί, πρέπει να μυρίζει βούτυρο. Οι βουτυρένιοι μπακλαβάδες είναι εκείνοι που κρατούν τα σκήπτρα της απόλαυσης στο μυαλό μας.

Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας, ή σε μόνιμα κοινή θέα (και πρόσβαση) στο σαλόνι, θα εναποθέσουμε τις πλούσιες πιατέλες με τα γλυκά των Χριστουγέννων, για να προσφέρουμε σε φίλους που μας επισκέπτονται, για τα δείπνα που θα οργανώσουμε, ή «για το καλό», απλά!
Καλές και γλυκές γιορτές σε όλους!
ΠΗΓΗ 
 

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια