*-*

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΡΑΚΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


Στην Χριστιανική παράδοση επιβιώνει ο μύθος του Δρακοκτόνου Ήρωα με την μορφή του Ιππότη-Αγίου, Αγίου Γεωργίου ή Άη-Γιώργη, όπως αναφέρεται από τον Λαό. Ως Τροπαιοφόρος (Στρατιωτικός) Άγιος και Ελευθερωτής συγκεντρώνει πολλές θαυμάσιες διηγήσεις και παραδόσεις, από τις οποίες η σπουδαιότερη είναι αυτή που μιλάει για την εξόντωση ενός φοβερού δράκου και την σωτηρία της πριγκίπισσας που απειλούνταν απ’ αυτόν. Ο δράκος φυλούσε το νερό μιας πηγής κοντά στην Σιλήνα της Λιβύης και το άφηνε να τρέχει μόνον όταν έβρισκε κάποιον άνθρωπο να φάει.
Τι κρύβει, όμως αυτός ο διερχόμενος μέσα στους αιώνες μύθος του δράκου, με τις πολλές όψεις και τις συγκρούσεις του με τους Θεούς και τους Ήρωες;
Στο κοσμολογικό κοσμογονικό κλειδί οι μάχες στον ουρανό ανάμεσα στους Θεούς και τους δράκους συμβολίζουν την μάχη που έκαναν οι δυνάμεις του Φωτός για να βάλουν σε τάξη το σύμπαν και να κατανικήσουν το σκότος και την σύγχυση που επέβαλλε το πρωταρχικό χάος και η Ύλη. Κοσμολογικά, λοιπόν, όλοι οι δράκοι και οι όφεις που νικήθηκαν από τους φονείς τους είναι, στην προέλευσή τους, οι ταραχώδεις συγχυσμένες αρχές στο χάος, που μπαίνουν σε τάξη από τους ηλιακούς Θεούς ή δημιουργικές δυνάμεις, που λειτουργούν σε επίπεδο μακρόκοσμου. Αργότερα, στο επίπεδο του μικρόκοσμου, ο άνθρωπος, ως δημιουργός του δικού του τώρα κόσμου, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τους δράκους ως σύμβολα των αντίθετων χθόνιων, αρνητικών δυνάμεων που αντιστέκονται στην δημιουργία της τάξης.
 

Ο Ήρωας πρέπει να μεταλλάξει τον αρνητικό χαρακτήρα αυτών των δυνάμεων για το καλό του Λαού του. Γι’ αυτό, άλλωστε, εμφανίζεται να απελευθερώνει πηγές ή θησαυρούς, να αποκτά τις δυνάμεις του δράκου, τις οποίες χρησιμοποιεί μετά, και να σπέρνει τα δόντια του στην περιοχή.
Εκεί, όμως, που κατ’ εξοχήν βρίσκουμε την εφαρμογή του μύθου του δράκου είναι στο ψυχολογικό και αλχημικό κλειδί ερμηνείας. Αντιπροσωπεύει, δηλαδή, ο δράκος τις σκιές και τους φόβους κάθε είδους που φωλιάζουν μέσα στις «ψυχολογικές σπηλιές» και δεν αφήνουν τον άνθρωπο να πιει από τα καθαρά νερά του αγνού νου, ούτε να φωτιστεί από το αγνό φως της διαισθητικής ψυχής, την οποία πολύ ποιητικά στους διάφορους μύθους συμβολίζει η κόρη. Γιατί ακριβώς αυτή η κόρη που απελευθερώνεται από τον Δρακοκτόνο Ήρωα είναι η ψυχή του, η οποία βρίσκεται αιχμάλωτη μέχρι να τελειώσουν οι περιπέτειές του και να παντρευτεί την κόρη-βασιλοπούλα.

Γιώργος Μάστορας  
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια